Μάρ 31

Καινοτομίες και Ασάφειες στο Νέο Κ.Φ.Ε. Νόμος 4172/2013 (Ο νέος Κ.Φ.Ε. καινοτομεί με ασάφειες)

Δημήτρης Λέντζας / Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός Σύμβουλος

Το γενικευμένο κλίμα «ευημερίας» που επικρατούσε στη Χώρα μας μέχρι το 2009, έλαβε τέλος. Η εκπνοή της πρώτης δεκαετίας, του 2000, βρίσκει τους Έλληνες να είναι οι πιο απαισιόδοξοι πολίτες της Ευρωζώνης και τις επιχειρήσεις να επιζητούν την επιβίωσή τους. Τον Δεκέμβριο του 2010 ο Πολ Τόμσεν, μεταξύ άλλων, έλεγε, (πηγή : ιστοσελίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», 8/12/2010): «Μόνο με την εφαρμογή κρίσιμων διαρθρωτικών αλλαγών στην οικονομία, η Ελλάδα μπορεί να επιστρέψει στην ανάπτυξη». Και διευκρίνιζε : «Κρίσιμες διαρθρωτικές αλλαγές είναι: – η απλοποίηση του φορολογικού συστήματος, – η συγκέντρωση των φόρων, – η καταπολέμηση της γραφειοκρατίας (sic)…..» Οι παραγωγικοί και κοινωνικοί φορείς, εν μέσω οικονομικής κρίσης, απαιτούν από την Κυβέρνηση ένα απλό και δίκαιο φορολογικό σύστημα, βασισμένο στις αρχές της σταθερότητας και της παραγωγικότητας. Διατρανώνουν την επιθυμία τους, για την αναπτυξιακή κατεύθυνση της οικονομίας, την ενδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων καθώς και τη προώθηση της απασχόλησης, της έρευνας και της καινοτομίας. Στόχος ήταν η εμπέδωση αμοιβαίας εμπιστοσύνης για ανάληψη επενδυτικών πρωτοβουλιών. (Έχουμε μακρύ δρόμο ακόμη να διανύσουμε). Η Κυβέρνηση με το νόμο 3842/2010 προσπαθεί να περιορίσει τη φοροδιαφυγή και να καταπολεμήσει τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Δυστυχώς, οι διατάξεις αυτές έμειναν ανενεργές, επειδή δεν εκδόθηκαν ποτέ οι αναγκαίες εφαρμοστικές αποφάσεις. Η κωλυσιεργία οφείλεται κυρίως στην έλλειψη πολιτικού θάρρους και βούλησης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες το Νοέμβριο του 2012, με καθυστέρηση δύο περίπου ετών, αποφασίζεται από τη Διοίκηση η βελτίωση και ο εξορθολογισμός του φορολογικού καθεστώτος. Το «εναρκτήριο λάκτισμα» δίνεται με την ψήφιση του «Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών» (Ν. 4093/2012) και ολοκληρώνεται με τη εφαρμογή, από 1/1/2014, του «Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας» (ν. 4174/26-7-2013) και του «Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος» (ν. 4172/23-7-2013). Σήμερα μπορούμε να μιλάμε για ένα φορολογικό σύστημα που είναι απλό, χωρίς αγκυλώσεις, αποφεύγοντας, σε πολλές περιπτώσεις, τυπολατρικές διαδικασίες του παρελθόντος. Τόσο ο Κ.Φ.Α.Σ. όσο ο Κ.Φ.Ε. με γενικές και απλές διατάξεις εφαρμογής, εισάγουν την «ευρύτητα» και το «πλουραλισμό» και επιβάλλουν ερμηνεία που εναπόκειται στις δυνατότητες κατανόησης των φορολογουμένων αφού αναμένεται ακόμη η έκδοση ερμηνευτικών διαταγών (π.χ. η περίπτωση της κατάργησης των «δελτίων αποστολής» – η οποία έφερε αναστάτωση στη αγορά). Ο Κ.Φ.Α.Σ. αποτελεί το ρυθμιστικό πλαίσιο καταγραφής των οικονομικών δεδομένων των επιχειρήσεων και επιπλέον είναι ένα εργαλείο για ελεγκτικές επαληθεύσεις. Η κατάργηση της θεώρησης βιβλίων και στοιχείων, η χρήση ηλεκτρονικού τιμολογίου, με αποκορύφωμα το «τιμολόγιο χαρτοπετσέτα» όπως και η εξάλειψη αναγραφής τυπικών στοιχείων στα εκδιδόμενα δελτία αποστολής (στοιχεία διακίνησης) αποτελούν μέρος των καινοτόμων διατάξεων του νόμου αυτού, που επιτυγχάνουν την απλοποίηση, τον εκσυγχρονισμό και τον περιορισμό της γραφειοκρατίας σε αντίθεση προς το παλαιό καθεστώς του Κ.Β.Σ. Χαρακτηριστικό δείγμα του πνεύματος, του νέου φορολογικού συστήματος, είναι η αντιμετώπιση του φορολογουμένου. Με τη κατάργηση της υποχρέωσης «θεώρησης» βιβλίων και στοιχείων θεωρείται ειλικρινής και παράλληλα, με την υποχρέωση να παρέχει «όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση όλων των φορολογικών υποχρεώσεων..» (Κ.Φ.Α.Σ. -Ν. 4093/2012 – άρθρου 2) αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου το βάρος απόδειξης των πραγματικών δεδομένων. Ειδικότερα ο νέος Κ.Φ.Ε. καινοτομεί με τρόπο απλό αφού:  δίνει τον ορισμό των «συνδεδεμένων προσώπων» (άρθρο 2), Με τον όρο αυτό χαρακτηρίζονται τα πρόσωπα (φυσικά – νομικά –οντότητες) που συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση, τον έλεγχο ή το κεφάλαιο άλλων προσώπων. Ειδικότερα η συμμετοχή με ποσοστό τουλάχιστον 33% καθώς και η ουσιώδης διοικητική επιρροή είναι τα βασικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τα πρόσωπα ως συνδεδεμένα.  εισάγει τον όρο φορολογική κατοικία στο ελληνικό δίκαιο (άρθρο 3 & 4), ακολουθώντας τα πρότυπα του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να προσδιοριστούν τα υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα, αποσαφηνίζει την έννοια και τα κριτήρια της φορολογικής κατοικίας και του τόπου άσκησης της πραγματικής διοίκησης. Με κριτήρια, κάποια εκ των οποίων θα πρέπει να ερμηνευτούν από τη φορολογική διοίκηση, διευκρινίζεται πότε ένα πρόσωπο θεωρείται φορολογικός κάτοικος Ελλάδας. Το Φυσικό πρόσωπο είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας εφόσον: έχει στην Ελλάδα • τη μόνιμη ή κύρια κατοικία ή • τη συνήθη διαμονή ή • το κέντρο των ζωτικών του συμφερόντων δηλαδή (ήτοι) τους προσωπικούς ή οικονομικούς ή κοινωνικούς δεσμούς του. Επισημαίνεται ότι η έλλειψη ερμηνείας του όρου «ζωτικό συμφέρον» τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά θα δημιουργήσει προβλήματα. Ασχέτως των προηγουμένων, ιδιαίτερο κριτήριο αποτελεί η χρονική διάρκεια της φυσικής παρουσίας στην Ελλάδα (όριο τις 183 ημέρες). Ένα νομικό πρόσωπο ή μία νομική οντότητα είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας για οποιοδήποτε φορολογικό έτος, εφόσον: • συστάθηκε ή ιδρύθηκε, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, • έχει την καταστατική έδρα του στην Ελλάδα ή • είναι στην Ελλάδα ο τόπος άσκησης πραγματικής διοίκησης οποιαδήποτε περίοδο στη διάρκεια του φορολογικού έτους. Η περίοδος άσκησης πραγματική διοίκησης επιβάλλεται να διευκρινιστεί ως προς τη διάρκεια, επίσης χρειάζεται αποσαφήνιση ως προς το εάν στη προκειμένη περίπτωση η φορολογική κατοικία αφορά το σύνολο των εγκαταστάσεων . Επίσης ορίζεται ότι για να προσδιοριστεί ως «τόπος άσκησης πραγματικής διοίκησης» η Ελλάδα, εξετάζονται, ιδίως με βάση τα πραγματικά περιστατικά και τις συνθήκες, ο τόπος: • άσκησης καθημερινής διοίκησης, • λήψης στρατηγικών αποφάσεων, • ετήσιας γενικής συνέλευσης των μετόχων ή εταίρων, • τήρησης βιβλίων και στοιχείων, • συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου ή όποιου άλλου εκτελεστικού οργάνου διοίκησης, επίσης εξετάζεται και η κατοικία των μελών του διοικητικού συμβουλίου ή όποιου άλλου εκτελεστικού οργάνου διοίκησης. Συνεκτιμάται δε σε συνδυασμό με τα παραπάνω και η κατοικία της πλειοψηφίας των μετόχων ή εταίρων.  διευκρινίζει με βάση τη πηγή προέλευσης και τον τόπο παροχής ή άσκησης της δραστηριότητας αν το εισόδημα προκύπτει στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή (άρθρο 5),  ορίζει την έννοια της «μόνιμης εγκατάστασης» (άρθρο 6),  προσδιορίζει το φορολογητέο εισόδημα και περιορίζει τις κατηγορίες ακαθάριστων εισοδημάτων (άρθρο 7), ως φορολογητέο εισόδημα νοείται το υπόλοιπο της διαφοράς μεταξύ ακαθάριστου εισοδήματος και δαπανών που εκπίπτουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Φ.Ε. Το ακαθάριστο εισόδημα διακρίνεται σε 4 κατηγορίες (αντί των 6 πηγών του παλαιού ΚΦΕ). Οι κατηγορίες ακαθάριστων εισοδημάτων είναι: α) εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις, β) εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, γ) εισόδημα από κεφάλαιο και δ) εισόδημα από υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου.  ταυτίζει το ημερολογιακό έτος με το φορολογικό και καταργεί την υπερδωδεκάμηνη χρήση (άρθρο 8), Ο όρος «φορολογικό έτος» αντικαθιστά τις έννοιες «διαχειριστική περίοδος» και «οικονομικό έτος». Η έννοια του φορολογικού έτους συμπίπτει με το ημερολογιακό, δηλαδή 1/1 έως 31/12. Επιτρέπει στα νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες που τηρούν διπλογραφικά βιβλία (όχι φυσικά πρόσωπα) το φορολογικό έτος, να λήγει στις 30 Ιουνίου. Διατηρεί την εξαίρεση για νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες, φορολογικούς κατοίκους Ελλάδας, που ανήκουν κατά ποσοστό μεγαλύτερου του 50% σε αλλοδαπό νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα να μπορούν να χρησιμοποιούν ως φορολογικό έτος το φορολογικό έτος της μητρικής εταιρείας (αλλοδαπού νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας). Ο επιβαλλόμενος φόρος αφορά εισόδημα που αποκτήθηκαν το αμέσως προηγούμενο φορολογικό έτος.  αποσαφηνίζει το χρόνο κτήσης του εισοδήματος (άρθρο 8), • Χρόνος κτήσης εισοδήματος θεωρείται ο χρόνος που αποκτήθηκε από το δικαιούχο το δικαίωμα της είσπραξής του. • Αντίθετα , χρόνος απόκτησης του εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις, θεωρείται ο χρόνος που εισπράττονται εφόσον αυτό γίνει σε μεταγενέστερο έτος.  αναγνωρίζει το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου εισοδήματος που καταβλήθηκε στη αλλοδαπή από το φόρο που προκύπτει στη ημεδαπή για το συγκεκριμένο εισόδημα χωρίς να εξετάζει την ύπαρξη σύμβασης αποφυγής διπλής φορολογίας (άρθρο 9),  επιβάλει διακριτές κλίμακες φορολογίας με τους αντίστοιχους φορολογικούς συντελεστές, αναλόγως της κατηγορίας προέλευσης του εισοδήματος,  διευρύνει τη φορολογική βάση π.χ. φορολόγηση του εισοδήματος από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα,  απλουστεύει την έννοια των φορολογητέων κερδών από επιχειρηματική δραστηριότητα των νομικών προσώπων, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτά, το συνολικό αποτέλεσμα από κάθε κατηγορία εισοδήματος,  έχει, έστω και περιορισμένη, αναπτυξιακή κατεύθυνση, αυξάνοντας κατά 30% τις δαπάνες, υπό προϋποθέσεις, που αφορούν την έρευνα και τεχνολογία,  εισάγει τις έννοιες και τον τρόπο φορολόγησης ή απαλλαγής για τις περιπτώσεις της «Υποκεφαλαιοδότησης», τη «Μεταφορά λειτουργιών», τις «Εισφορές ενεργητικού έναντι τίτλων», την «Ανταλλαγή τίτλων», τις «Συγχωνεύσεις και διασπάσεις» και την «Μεταφορά της καταστατικής έδρας μίας SE ή μίας SCE»,  απλοποιεί τις διατάξεις παρακράτησης φόρου (έστω και αν δεν έχει δοθεί απάντηση στις ασάφειες που υπάρχουν στις διατάξεις). Σε αντιδιαστολή με τα προηγούμενα, οι διατάξεις του νόμου είναι κακογραμμένες και ασαφείς, κατ΄ άλλους δε, απλά «γκουγκλαρισμένες». Η έκδοση ερμηνευτικών διαταγών είναι προϋπόθεση για την ορθή εφαρμογή του Κ.Φ.Ε. επειδή οι φορολογούμενοι είναι δυνατόν να οδηγηθούν σε παρερμηνείες. Οι παρερμηνείες οφείλονται και στο γεγονός ότι:  δεν αρκεί η «γραμματική ερμηνεία» που επιβάλλεται για λόγους αντικειμενικότητας,  από την γενικότητα των διατάξεων είναι δυνατόν οι φορολογούμενοι να επιβαρυνθούν με φόρους και προσαυξήσεις λόγω λανθασμένης εφαρμογής τους (π.χ. μη παρακράτηση φόρου), επίσης δε πρέπει να λησμονηθεί η μετάβαση του βάρους απόδειξης (ευθύνη) από την ελεγκτική Αρχή στο φορολογούμενο. Δηλαδή επί της ουσίας έχουμε καταστρατήγηση της θεμελιώδους αρχής της χρηστής διοικήσεως. Παράδειγμα ασάφειας διατάξεων Οι διατάξεις που αναφέρονται στις πληρωμές που υπόκειται σε παρακράτηση φόρου, δημιουργούν αβεβαιότητα και παρερμηνείες επειδή από αυτές δεν προκύπτει ξεκάθαρα ο χρόνος κατά το οποίο οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να παρακρατήσουν και αντίστοιχα να αποδόσουν τον φόρο. Επίσης οι διατάξεις που αναφέρονται στο χρόνο κτήσεως του εισοδήματος, ορίζουν γενικώς, ότι αυτός ταυτίζεται με το χρόνο που ο δικαιούχος αποκτά το δικαίωμα είσπραξής ή για τις ανείσπρακτες αμοιβές, ορίζεται ο χρόνος που εισπράττονται. Από τον συνδυασμό των προηγουμένων, ενδεχομένως, να προκληθεί σύγχυση σχετικά με την έννοια του όρου «πληρωμές». Δεν είναι σαφές αν ο όρος ανταποκρίνεται στην ενέργεια της πληρωμής – καταβολής, δηλαδή στην εκταμίευση μέρους ή συνολικά του οφειλόμενου χρηματικού ποσού ή ο χρόνος που αποκτήθηκε το δικαίωμα είσπραξής του εισοδήματος. Κατά συνέπεια, κρίνεται απαραίτητη η ερμηνεία του όρου «πληρωμές» επειδή η μη ορθή απόδοση του παρακρατηθέντος φόρου έχει πρόστιμο ίσο με το φόρο. Επίσης οι διατάξεις σχετικά με τις «Εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες» (άρθρου 22), ορίζουν ότι αναγνωρίζονται όλες οι δαπάνες, γενικώς, ….. οι οποίες: α) πραγματοποιούνται προς το συμφέρον της επιχείρησης ή κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές της. Επειδή η διάταξη είναι γενική μπορεί να ερμηνευτεί λανθασμένα. Μένει να δούμε πως το «συμφέρον της επιχείρησης» θα αντιμετωπιστεί από τη Διοίκηση κατά τον έλεγχο. Άρθρο 12 Εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις 1. Το ακαθάριστο εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις περιλαμβάνει …. 2. Για τους σκοπούς του Κ.Φ.Ε., εργασιακή σχέση υφίσταται όταν ένα φυσικό πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες: ….. δ) ως διευθυντής ή μέλος του ΔΣ εταιρείας ή κάθε άλλου νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας,….. Αμοιβές Δ.Σ. Το υπ. Oικ. με την Δ12Α 1030493 ΕΞ 17.2.2014 «Παρακράτηση φόρου από μισθούς μελών Δ.Σ. Ανώνυμης Εταιρείας» αναφέρει ότι ο μισθός μέλους Δ Σ. θεωρείται εισόδημα από μισθωτή εργασία και φορολογείται σύμφωνα με τις διατάξεις. Συνεπώς η παρακράτηση θα γίνεται όπως για τα εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες, δηλαδή με αναγωγή σε ετήσιο εισόδημα. Παρ’ όλα αυτά είναι απαραίτητες οι επιπλέον διευκρινήσεις από το Υπ.Οικ. αφού υπάρχουν αμοιβές Δ.Σ. που δεν έχουν σταθερή περιοδικότητα άρα ανέφικτη η αναγωγή σε τους σε ετήσια εισόδημα. Επίσης δεν είναι γνωστό τι γίνεται με: – διανεμόμενα κέρδη – έξοδα παραστάσεως – εκτός μισθού αμοιβές – αποζημιώσεις – μισθοί και αμοιβές διευθυντών που τελούν υπό την έγκριση της γενικής συνέλευσης κλπ. Οι διατάξεις του άρθρου 13 ορίζουν ότι αποτελούν φορολογητέο εισόδημα από μισθωτή εργασία οι «Παροχές σε είδος» που λαμβάνουν εργαζόμενοι ή συγγενικά τους πρόσωπα ή εταίρος ή μέτοχος από τις επιχειρήσεις. Όλες οι παροχές σε είδος που λαμβάνει ένας εργαζόμενος ή συγγενικό πρόσωπο αυτού, εφόσον η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 300 ευρώ ανά φορολογικό έτος. Μένει να δούμε την αντίδραση της φορολογικής διοίκησης μετά την 29/2014 απόφαση του ΣτΕ που αναφέρει ότι «κάθε παροχή που καταβάλλεται στο μισθωτό, με οποιαδήποτε ονομασία (επιχορήγηση, αποζημίωση, επίδομα κλπ.) που, κατά το νόμο ή από τη φύση της, προορίζεται να καλύψει δαπάνες στις οποίες αυτός υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν υποβάλλεται σε φόρο εισοδήματος, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός». Το άρθρο 23 «Μη εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες» ορίζει ότι κάθε είδους δαπάνη που αφορά σε αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών αξίας άνω των 500 ευρώ, εφόσον η τμηματική ή ολική εξόφληση δεν έγινε με τη χρήση τραπεζικού μέσου πληρωμής, Με τη διάταξη αυτή ανακύπτουν προβλήματα και ασάφειες επειδή: – κατά μία άποψη, δεν έχει εφαρμογή η παρούσα διάταξη για τις δαπάνες μισθοδοσίας. Η διάταξη αναφέρεται σε «κάθε είδους δαπάνη που αφορά σε αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών» και δεν συμπεριλαμβάνει τη μισθωτή εργασία. Αναμένονται διευκρινήσεις. – Επίσης, ο νομοθέτης, δεν έχει λάβει την περίπτωση του συμψηφισμού των αμοιβαίων ανταπαιτήσεων μεταξύ των αντισυμβαλλομένων. Δηλαδή έρχεται σε αντιδιαστολή προς τις διατάξεις του Κ.Φ.Α.Σ. οι οποίος με τη § 6 του άρθρου 10 «Διασταυρώσεις και Απόδειξη Συναλλαγών» και ειδικά με το τελευταίο εδάφιο ορίζει: «§6. Για την απόδειξη της συναλλαγής από το λήπτη φορολογικού στοιχείου που αφορά αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών αξίας 3.000 ευρώ και άνω απαιτείται η τμηματική ή ολική εξόφληση να γίνεται μέσω τραπεζικού λογαριασμού ή με επιταγή έκδοσης του λήπτη του στοιχείου. …. Κατ’ εξαίρεση, των αναφερομένων στα προηγούμενα εδάφια, επιτρέπεται ο συμψηφισμός αμοιβαίων ανταπαιτήσεων μεταξύ των αντισυμβαλλομένων». Επίσης θεωρούνται ως εκπιπτόμενες δαπάνες οι μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές, Με τη νέα διάταξη απαιτείται η καταβολή, ενώ με τις παλαιές αρκούσε η βεβαίωση. Ο όρος «καταβολή» χρήζει περαιτέρω διευκρίνησης. Ας φανταστούμε τι θα γίνει με τις ασφαλιστικές εισφορές που έχουν υπαχθεί σε δόσεις.) Άρθρο 24 Φορολογικές Αποσβέσεις 1. Με βάση τη πρώτη παράγραφο του άρθρου, τα φορολογητέα κέρδη μειώνονται με τις φορολογικές αποσβέσεις, που πραγματοποιούν οι επιχειρήσεις επί των παγίων στοιχείων του ενεργητικού, όταν: • είναι κύριοι αυτών ή • είναι μισθωτές σε περίπτωση χρηματοοικονομικής μίσθωσης. 2. Στη δεύτερη παράγραφο δίνεται ο ορισμός της «χρηματοοικονομικής μίσθωσης» που σημαίνει οποιαδήποτε προφορική ή έγγραφη σύμβαση με την οποία ο εκμισθωτής (κύριος) υποχρεούται έναντι μισθώματος να παραχωρεί στον μισθωτή (χρήστη) τη χρήση ενός περιουσιακού στοιχείου, εφόσον πληρούνται ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα κριτήρια: α) η κυριότητα του περιουσιακού στοιχείου περιέρχεται στον μισθωτή με τη λήξη του χρόνου της μίσθωσης, (αρκεί) β) η σύμβαση της μίσθωσης περιλαμβάνει όρο συμφέρουσας (παρούσα ή μελλοντική αξία;) προσφοράς για την εξαγορά του εξοπλισμού σε τιμή κατώτερη της αγοραίας αξίας,…. ε) τα περιουσιακά στοιχεία που εκμισθώνονται είναι τέτοιας ειδικής φύσης που μόνον ο μισθωτής δύναται να τα μεταχειριστεί δίχως να προβεί σε σημαντικές αλλοιώσεις. Παρατήρηση: Στη περίπτωση β της § 1 αναφέρεται ότι εκπίπτουν, από τα φορολογητέα κέρδη, και οι αποσβέσεις των εκμισθωμένων παγίων όταν υπάρχει, γενικώς και υπό προϋποθέσεις, χρηματοοικονομική μίσθωση. Από τα προηγούμενα βγαίνει αβίαστα το ερώτημα, σχετικά με το «αν η πρόθεση του νομοθέτη είναι να ερμηνεύσει τον όρο «μισθώματα» ως αποσβέσεις ή ότι η επιχείρηση (μισθωτής) έχει δικαίωμα να εκπέσει εκτός των μισθώματα και τις αποσβέσεις. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των αναπτυξιακών Νόμων και του Κ.Φ.Ε. και ειδικότερα των άρθρων : • 21 «Κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα» που ορίζει: «Ως κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα θεωρείται το σύνολο των εσόδων από τις επιχειρηματικές συναλλαγές μετά την αφαίρεση των επιχειρηματικών δαπανών, των αποσβέσεων και των προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις.» • 22 «Εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες» που ορίζει: «Κατά τον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα, επιτρέπεται η έκπτωση όλων των δαπανών,….. α) πραγματοποιούνται προς το συμφέρον της επιχείρησης ή κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές της, β) αντιστοιχούν σε πραγματική συναλλαγή και η αξία της συναλλαγής δεν κρίνεται κατώτερη ή ανώτερη της αγοραίας, στη βάση των στοιχείων που διαθέτει η Φορολογική Διοίκηση, γ) εγγράφονται στα τηρούμενα βιβλία απεικόνισης των συναλλαγών της περιόδου κατά την οποία πραγματοποιούνται και αποδεικνύονται με κατάλληλα δικαιολογητικά. • 23 «Μη εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες» που ορίζει: Οι ακόλουθες δαπάνες δεν εκπίπτουν από τα έσοδα:….. (τα μισθώματα Leasing δεν αναφέρονται στις μη εκπιπτόμενες δαπάνες ειδικά, σε περίπτωση διενέργειας αποσβέσεων). Στη περίπτωση ύπαρξης χρηματοοικονομικής μίσθωσης είναι δυνατόν από λανθασμένη ερμηνεία, οι επιχειρήσεις, να επιβαρυνθούν με επιπλέον φόρους και πρόστιμα επειδή πέρα από την έκπτωση των μισθωμάτων εξέπεσαν και αποσβέσεις. Στη §1 του άρθρου 72 του νέου Κ.Φ.Ε. ορίζεται ότι: «Οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 71 του νόμου αυτού ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται και τις δαπάνες που πραγματοποιούνται, κατά περίπτωση, στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά, ….» και με τη § 25, ορίζει ότι «Από την έναρξη ισχύος του Ν.4172/2013 παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του Ν.2238/1994 (Α΄ 151), συμπεριλαμβανομένων και όλων των κανονιστικών πράξεων και εγκυκλίων που έχουν εκδοθεί κατ΄ εξουσιοδότηση αυτού του νόμου».

Permanent link to this article: https://seodi.gr/%ce%ba%ce%b1%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%84%ce%bf%ce%bc%ce%af%ce%b5%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b1%cf%83%ce%ac%cf%86%ce%b5%ce%b9%ce%b5%cf%82-%cf%83%cf%84%ce%bf-%ce%bd%ce%ad%ce%bf-%ce%ba-%cf%86-%ce%b5/